Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Στη Βιολέτα Παπαθανασίου της Σόνιας Ευθυμιάδου-Παπασταύρου

                                                           Στη Βιολέτα Παπαθανασίου*

                   «Αν δεν γίνουν ένδον περιοχές, τότε μας δόθηκε άδικα μια τέτοια τραγωδία»
                                                                                                               Δ. Κοσμόπουλος, ποιητής

Για τη Ρόζα Παρκς έγραψα τη Μέρα της Γυναίκας, πηγαίνοντας πίσω στον χρόνο και σε μιαν άλλη πατρίδα. Όχι πως μετανιώνω, καθόλου μάλιστα, το λέω κατηγορηματικότατα. Αλλά χτες συναντήθηκα για τρίτη φορά με μια σημερινή Ελληνίδα απίστευτα σημαντική. Στην πραγματικότητα κανείς δε θα φανταζόταν ποτέ πως θα υπήρχε μια σημερινή Ελληνίδα που θα έκανε ένα τέτοιο  έργο και θα είχε μια τέτοια δράση-ούτε εγώ το φανταζόμουν πριν τη γνωρίσω ούτε οι εκατό εκδρομείς από την Καστοριά, που θα ‘θελαν να ‘ναι 150, αλλ’ αυτό δεν επιτεύχθηκε τελικά.

Σχεδόν όλοι οι εκδρομείς του Σαββάτου 15/3 εκπαιδευτικοί: η συντριπτική πλειονότητά τους δάσκαλοι της Α/θμιας, αρκετοί οι εκπαιδευτικοί της Β/θμιας – ήταν μεγάλη η χαρά όλων μας για τη συμμετοχή τους-, οι περισσότεροι εκπ/κοί εν ενεργεία, οι λιγότεροι φρεσκοσυνταξιούχοι. Όλους τους «δασκάλους» θα τους αποκαλώ σήμερα, γιατί δάσκαλος είναι όποιος διδάσκει κι η λέξη αυτή είναι τίτλος τιμής. Αλλά θα τους λέω έτσι και για έναν πρόσθετο λόγο: γιατί κι η ψυχή της εκδρομής δασκάλα ήταν όταν δούλευε, δασκάλα εξακολουθεί να είναι και τώρα. Και δίδασκε πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζει κανείς πως είναι καθήκον των δασκάλων να διδάσκουν. Βλέπετε, το τελευταίο, το πόσα νομίζει κανείς σήμερα πως έχει να διδάξει ένας δάσκαλος, έχει γίνει λαστιχένιο σαν τη συνείδηση· τα τεντώνεις και τα δύο όσο θέλεις. Έτσι και τα δυο συνήθως τεντώνονται ελάχιστα, για να παραμείνουν στενά, ώστε όλα όσα εμείς κάνουμε να είναι αρκετά κι ίσως να περισσεύουν κιόλας και να ‘μαστε εντάξει και πολύ ικανοποιημένοι. Αυτός είναι και ο λόγος που στα λόγια είμαστε όλοι οι Έλληνες-κι όχι μόνο οι δάσκαλοι- εντάξει, αλλά η πράξη δε συμφωνεί σχεδόν ποτέ με τα λεγόμενά μας.

Όμως οι εκατό δάσκαλοι που ξεκουνήθηκαν από τον καναπέ τους για να πάνε να μάθουν Ιστορία επιτόπου ( στα Βιτώλια) αυτήν τη φορά ξέφυγαν από τον παραπάνω κανόνα. Επιπλέον ακύρωσαν και το στοίχημα κάποιων που έλεγαν κατηγορηματικά πως σίγουρα πάνε για ψώνια γιατί δεν τους ενδιαφέρει η Ιστορία. Αυτοί που στοιχημάτισαν έπεσαν φυσικά τελείως έξω: ήμασταν μια συμπαγής ομάδα που ακολούθησε το πρόγραμμα της ξενάγησης ως το τέλος ολόκληρη. Κι άκουγε και απορούσε και θαύμαζε αδιαλείπτως. Και ένιωθε βεβαίως…

Γιατί οι εκατό δάσκαλοι άκουγαν και μάθαιναν σχεδόν για πρώτη τους φορά όχι πως το Μοναστήρι ήταν ελληνικό-αυτό το ξέραμε όλοι- μα πόσο ελληνικό ήταν το Μοναστήρι-τόσο όσο κι η Καστοριά κι η Φλώρινα κι η Θεσσαλονίκη. Και το τεστ που έκανα σε κάποιους πιο κοντινούς στο χώρο, όπως λόγω καταγωγής είμαι κι εγώ, το επιβεβαίωσε: κανένας μας δεν ήξερε πως λίγο πριν από το Μοναστήρι υπάρχει η αρχαία Ηράκλεια και πως η ίδρυσή της σχετίζεται και  με την Καστοριά, αφού ο Ηρακλής που την έχτισε είχε για βοηθό του τον Κάστορα που Καστοριανός έγινε, όπως λέει όμορφα η μυθολογία μας…

Μα δεν τελειώνουν ούτε η Ιστορία κι ούτε οι χαρές της ανακάλυψης στοιχείων συγκλονιστικών, στοιχείων που έχουν τη δύναμη να σε διαμορφώσουν και στα πενήντα και στα εξήντα σου, στοιχείων που σου αλλάζουν και τη ζωή ακόμα, όπως άλλαξαν τη ζωή της Βιολέτας…

Γιατί οι γονείς της Βιολέτας δεν ήταν από αλλού αλλ’ από το Μοναστήρι και ανήκαν σ’ εκείνους τους κυριολεκτικά καημένους Έλληνες  που υποδέχτηκαν τον Βενιζέλο ως ελευθερωτή τους –άλλωστε δεν είχαν πολεμήσει και λίγο για τη λευτεριά τους και δεν είχαν χύσει και λίγο αίμα-, αλλά πάγωσαν όταν τον άκουσαν να τους λέει  από κάποιο μπαλκόνι της πόλης τους πως, ναι, το θέλαν να ‘ναι με την Ελλάδα, αλλ’ από δω (1912) και πέρα θα πρέπει να ‘ναι καλοί Σέρβοι πολίτες!!!... Με όλα τα μαρτύρια  που αυτό σήμαινε, γιατί οι Σέρβοι τους βασάνιζαν όταν τους άκουγαν να μιλάνε ελληνικά-διαβάστε το κεφάλαιο «Πολιτεία-Φάντασμα» από το αριστούργημα «Η ζωή εν τάφω» του Μυριβήλη και θα καταλάβετε όλοι σας περισσότερα.

Η πάντα ανθισμένη μας Βιολέτα λοιπόν έβλεπε τον μεν πατέρα της να μη γυρίζει πίσω ούτε στις συζητήσεις του, τη δε μάνα της να επιστρέφει διαρκώς. Κι ενώ μικρότερη δυσανασχετούσε όπως κάνουμε οι περισσότεροι όταν αυτά που λένε οι γονείς μας νομίζουμε πως δε μας ενδιαφέρουν, στη συνέχεια κόλλησε το πάθος και αφιέρωσε όλη της τη ζωή σ’ ένα μεγάλο έργο: κράτησε αναμμένο το καντήλι της μνήμης, όπως όφειλε να το κάνει - αν και θα μπορούσε και ν’ αδιαφορήσει, όπως κάνουν οι περισσότεροι - και δόθηκε με πάθος στην ιερή υπόθεση της προσφοράς σε όσους τότε έμειναν εκεί, περιμένοντας από την Ελληνική Πολιτεία τα ελάχιστα που τους χρωστούσε και που ποτέ δεν τους τα ‘δωσε. Ε, αυτό το κενό το αβάσταχτο παλεύει χρόνια ολόκληρα η Βιολέτα η ευωδιαστή να λιγοστέψει. Και το κάνει   περίφημα και με σεβασμό στις συνθήκες που επικρατούν. Και το κάνει –όσο απίστευτο κι αν φαίνεται αυτό σε όλους εμάς- με σεβασμό και στους άλλους. Γιατί είναι πολύ έξυπνη για να μην το κάνει.

Περιηγηθήκαμε, λοιπόν, τα ελληνικά μνημεία της πόλης, βαδίσαμε και πλάι στον Υδραγόρα που τη διασχίζει και την ομορφαίνει. Μπήκαμε κάποιοι και στο Μουσείο του Κεμάλ, που, αν δεν τον είχαν χωρίσει από την Έλλη, την Ελληνοπούλα που είχε αγαπήσει πολύ, ίσως στη συνέχεια να μην είχε κάνει όσα έκανε εις βάρος μας, ίσως, ποιος το ξέρει…

Και μας τα εξηγούσε όλα ακούραστη η Βιολέτα και τη θαυμάζαμε όλοι πολύ για το πάθος, τη γνώση, για την αγάπη της στη γενέθλια γη των γονιών της που είναι και δική της πατρίδα. Τη θαυμάσαμε και για την αμείωτη σωματική της  δύναμη και, όταν εμείς καθίσαμε στα διαζώματα του αρχαίου θεάτρου που είν’ αλήθεια πως οι γείτονές μας προσέχουν, γιατί ξέρουν πως αυτό αποδίδει οικονομικά, όταν λοιπόν πήραμε τις θέσεις μας στα διαζώματα, απέναντι από έναν ήλιο που έκαιγε αμείλικτος σαν την αλήθεια που ήταν απλωμένη μπροστά μας, σαν την αλήθεια που ανακαλύπταμε και δια της αφής, η Βιολέττα μάς μιλούσε όρθια από το κέντρο της ορχήστρας του θεάτρου και την τραγωδία της περιοχής μάς αφηγήθηκε κι ακουγόταν σαν τις μεγάλες μας τραγωδούς. Αφού οι λέξεις της  έβγαιναν από τα χείλη της ολοκάθαρα διατυπωμένες κι η φωνή της έφτανε στ’ αυτιά μας στέρεη, γεμάτη αλήθεια και γεμάτη ψυχή.-είναι στ’ αλήθεια πολλοί όσοι μιλούν έτσι στους άλλους;

Δεν θέλω να πω περισσότερα γι’ αυτήν την πολύ σπουδαία γυναίκα. Μόνο πως γεννήθηκε στη Φλώρινα, όπου είχε καταφύγει ο κύριος όγκος των Μοναστηριωτών προσφύγων, που την Ελλάδα διάλεξαν και δεν υπάκουσαν στον Βενιζέλο, που να ‘ναι καλοί Σέρβοι πολίτες τους είχε ζητήσει, και σε ηλικία τριών χρονών ήρθε κι εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στο δικό μας Άργος, το οποίο επίσης θεωρεί πατρίδα της. Κι έπειτα σπούδασε δασκάλα και δίδαξε επί δέκα ολόκληρα χρόνια στον Μελά, απ’ όπου περπατώντας επί τέσσερις ολόκληρες ώρες έφτανε στη Φλώρινα κάθε φορά που χρειαζόταν να πάει εκεί για υπηρεσιακούς λόγους και δεν προτιμούσε την Καστοριά, γιατί εδώ έφτανε σε έξι ώρες!... Μα σ’ αυτήν τη σκληραγώγησή της από το πολύ περπάτημα  που έχει κάνει μες στα βουνά πιστεύει η ίδια πως οφείλει το χαρακτηριστικό της να μην κουράζεται και να αντέχει. Να αντέχει κυρίως όταν υπηρετεί έναν μεγάλο και ιερό σκοπό, όπως είναι αυτός της Παιδείας κι όπως είναι κι αυτός της Πατρίδας. Και καθώς το διαπιστώναμε όλοι με τα μάτια και τ’ αυτιά μας πόσο περίφημα τα είχε καταφέρει σε ό,τι υπηρέτησε κι υπηρετεί ακόμα, η Βιολέτα ήταν χτες πάνω απ’ όλα ένα σύμβολο: το σύμβολο του Έλληνα πολίτη και δασκάλου που ξέρει να ξεχωρίζει την ήρα από το σιτάρι, ξέρει να επιλέγει τους αληθινά ευγενικούς σκοπούς και προπαντός ξέρει να τους υπηρετεί με αμείωτο πάθος ως το τέλος. Κι είναι επίσης ένα σύμβολο και μια απόδειξη πως, όταν υπηρετείς κάτι τόσο μεγάλο με πάθος και συνέπεια, πάντοτε πετυχαίνεις, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται στην αρχή αυτό που πετυχαίνεις μετά…

Για όλα λοιπόν τα όσα αποκομίσαμε από παρουσία αυτής της αμάραντης Βιολέττας στην εκδρομή μας στο Μοναστήρι θα ‘θελα να την ευχαριστήσω και να της αφιερώσω και το κείμενο που έγραψα να το ‘χουν στα χέρια τους αυτοί οι εκατό υπέροχοι εκδρομείς του Σαββάτου 15/3, το μικρό κείμενο όπου προσπάθησα να χωρέσω το μεγάλο Μοναστήρι:

“Στο δρόμο για το Μοναστήρι, σε μια εκδρομή που κανείς δεν πίστευε πως θα ενδιέφερε τόσους εκπαιδευτικούς και όχι μόνο αυτούς· σε μια εκδρομή πρωτότυπη, για την οποία αξίζει θερμότατα συγχαρητήρια το ΔΣ του Συλλόγου εκπ/κών της Α/θμιας Εκπ/σης.

«Εκπαιδευτική» τη χαρακτήρισε το ΔΣ του Συλλόγου μας, μα θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί και «προσκυνηματική». Γιατί η εκδρομή μας δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα ταπεινό και διακριτικό προσκύνημα στον τόπο όπου πριν από μόλις έναν αιώνα άνθιζε και κάρπιζε ο Ελληνισμός, αλλά τελείως συγκυριακά βρέθηκε στην άλλη όχθη· εκεί όπου θα μπορούσε να είχε βρεθεί κι η Καστοριά κι η Φλώρινα κι άλλες πόλεις μας, αλλ’ ευτυχώς δε συνέβη κάτι τέτοιο, ευτυχέστατα…

Μας περιμένουν η Αρχαία Ηράκλεια Λυγκηστίδος-θυμίζουμε πως Λυγκηστίς είναι η περιοχή όπου ανήκε και η Φλώρινα- με τα πανέμορφα ψηφιδωτά της, τους κίονες, το αρχαίο θέατρο, το κοιμητήριο όπου είναι θαμμένοι οι Έλληνες του Μοναστηρίου,…
Κι έπειτα η πόλη-σύμβολο, τα Βιτώλια, το Μοναστήρι, όπου πληθυσμιακά, αλλά και πολιτισμικά υπερίσχυε το ελληνικό στοιχείο: «Ελληνικά έγραφαν και όλοι τότε οι πρωτοπόροι Βούλγαροι» λέει ο σημαντικότερος Μοναστηριώτης και μετέπειτα αγαπημένος Φλωρινιώτης Γεώργιος Μόδης αναφερόμενος στα πριν από τον Μακεδονικό Αγώνα χρόνια,  και  «Από το 1904 όμως που άρχισε ο Αγώνας μιλούσαν όλοι παντού στα σπίτια, στην αγορά, στα καφενεία, στους δρόμους Ελληνικά, ακόμα και όταν δεν τάξευραν καλά». Σήμερα ακούγονται τα ελληνικά των επισκεπτών που, αγνοώντας ίσως ποια είναι η ιστορία της γης που πατούν, πηγαίνουν για ψώνια, για τα δόντια τους, για βενζίνη, για το καζίνο,…

Στην πόλη αυτήν, τη δεύτερη πιο σημαντική πόλη μετά τη Θεσ/νίκη, θα ανάψουμε, εκτός από το κεράκι της μνήμης, το κεράκι μας στον Άγιο Δημήτριο, αυτόν τον ναό με τους ανεκτίμητους θησαυρούς-ένας από αυτούς το υπέροχο τέμπλο του. Κι αν ίσως δεν επιτραπεί στην ξεναγό μας να μας μιλήσει για το θαύμα της ανέγερσης αυτού του ναού, εμείς δε θα δείξουμε κανένα ίχνος δυσφορίας. Ας σιωπήσουμε κι ας γεμίσουμε τη ματιά μας με τα ντοκουμέντα που θα ‘ναι απλωμένα μπροστά μας. Κι ας ξανασιωπήσουμε…

              Στην πόλη αυτή θα περπατήσουμε στην πλατεία των ελληνικών σχολείων· εκεί ας θυμηθούμε ανάμεσα στους άλλους τον Αναστάσιο Πηχεών από την Αχρίδα, που δίδαξε εκεί, τον Κωνσταντίνο Τσούλκα από την Κορησό, τον πολύ σπουδαίο  Μαργαρίτη Δήμτσα,…

Η εξαιρετική ξεναγός μας θα μας πει τα περισσότερα. Εμείς θα θυμίσουμε απλώς πως στη φυλακή αυτής της πόλης φυλακίστηκε ο αγαπημένος μας καπετάν Κώττας κι η Ευτέρπη Ουζούνη από τον Απόσκεπο, η θρυλική Ζήσαινα, που «Μπουμπουλίνα του Μακεδονικού Αγώνα» την έχουν πει οι μελετητές του Αγώνα γιατί αυτό ήταν… Αυτή όμως λευτερώθηκε και γύρισε πίσω στην Καστοριά, ο καπετάν Κώττας όχι. Εδώ τον κρέμασαν λίγο μετά που ξεστόμισε το «Νταζίβε Γκρίτσκι», που «Ζήτω η Ελλάδα» σήμαινε και βγάλτε σεις τα συμπεράσματά σας…

Κι επειδή είμαστε δάσκαλοι, μην ξεχάσουμε να θυμηθούμε τα παιδιά-ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα από τη Γραδέσνιτσα του Μοριχόβου· τη Γραδέσνιτσα «Μικρή Αθήνα του Βορρά» την έλεγαν τότε-καταλαβαίνετε γιατί- και τα παιδιά της ήταν σπουδαίοι Μακεδονομάχοι-,ως κι ένα τρίχρονο που ρωτήθηκε για να προδώσει απάντησε με μια απρεπή χειρονομία και φυσικά δεν πρόδωσε. Κι όταν τα παιδιά της πόλης Μοναστηρίου βοηθούσαν τους φυλακισμένους αγωνιστές, αυτοί έκπληκτοι έλεγαν «Αυτά τα μικρά παιδιά μάς δίδουν μαθήματα πατριωτισμού και θάρρους»-ας είναι αιωνία η μνήμη όλων τους…”

Αφιερώνεται, επίσης, εξαιρετικά στο ΔΣ του Συλλόγου Εκπ/κών Α/θμιας Εκπ/σης του νομού μας που διοργάνωσε αυτή την εξαιρετική εκδρομή, στους Νεόφυτο και Κατερίνα από Γιαννιτσά και τον Κυριάκο από τη Φλώρινα, όλοι τους δάσκαλοι που συμμετείχαν, καθώς και στους εκατό Καστοριανούς δασκάλους που εξέδραμαν για να μάθουν όσα δεν γράφουν τα σχολικά βιβλία. Αφιερώνεται και στον Ζήση και σ’ όλους όσοι ήθελαν πολύ να είναι μαζί μας, αλλ’ αυτό δε γινόταν και, τέλος, και με ξεχωριστή τιμή, στον πρώτα Έλληνα και μετά Βλάχο που συναντήσαμε τυχαία έξω από το Προξενείο του Δραγούμη στο Μοναστήρι και το παρακάτω τραγούδι μάς είπε, που πολύ μας συγκίνησε:
Μεγάροβο, Μεγάροβο,
μαύρισαν τα βουνά σου
έφυγαν τα Ελληνόπουλα
κι έφυγε η ομορφιά σου…
                                                                                          Κυριακή, 16/3/2014

                                                                               Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου

*Δημοσιεύτηκε στην εφ. ΟΔΟΣ στις 27/3/2014.



Δεν υπάρχουν σχόλια: